Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Οἱ ἀδελφοί διαφυλάττονται ἀβλαβεῖς ἀπό τά θηρία καί τή φωτιά

agios gewrgios o xozeviths 01

Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία στίς 8 Ἰανουαρίου


Ὅ­ταν συ­νέ­βη αὐ­τό καί ἔ­γι­νε γνω­στό, λέ­γει κά­ποι­ος ἀ­πό τούς ἀ­δελ­φούς στό Γέ­ρον­τα μι­ά μέρα. Ἄν πά­θαινες ζη­μι­ά, πά­τερ, ἀ­πό λε­ο­πάρ­δα­λη ἤ ἀ­πό φί­δι ἤ ἀ­πό ἄλ­λο θη­ρί­ο, τί θά γι­νό­ταν; Ἀ­παν­τᾶ ὁ Γέ­ρον­τας· παι­δί μου, δέν φο­βού­μα­στε τά πο­νη­ρά πνεύ­μα­τα καί θά φο­βη­θοῦ­με τά θη­ρία­; ὅ­μως, ἀ­γαπη­τέ, πο­τέ δέν ἀ­κού­στη­κε, ὅ­τι ἔ­πα­θε πο­τέ κα­νείς ζημι­ά ἀ­πό λε­ο­πάρ­δα­λη, ἐ­κτός ἀπό ἕναν μ᾽ αὐ­τό τόν τρό­πο· περ­πα­τοῦ­σε, δη­λα­δή, ἕ­νας ἀ­δελ­φός τό μο­νο­πά­τι τῶν κελ­λι­ῶν καί ἦλ­θε σέ ἕ­να ἀ­πό­κρη­μνο μέ­ρος. Ἀ­πό πά­νω ἦ­ταν ψη­λός ὁ βρά­χος. Καί ἀ­φοῦ συ­νάν­τη­σε ἐ­κεῖ ὁ ἀ­δελ­φός τήν λε­ο­πάρ­δα­λη, ὅ­ταν τήν εἶ­δε, φο­βή­θη­κε νά γυρίσει πί­σω, ἀλ­λά οὔ­τε τό θη­ρί­ο θέ­λη­σε νά πα­ρα­κάμ­ψει. Στέ­κον­ταν, λοι­πόν, καί ἀλ­λη­λο­κοι­τά­ζον­ταν. Βλέ­πον­τας ὁ ἀ­δελ­φός ὅ­τι δέν πα­ρα­με­ρί­ζει τό θη­ρί­ο, τοῦ λέ­γει· «ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ κά­νε μου τό­πο νά πε­ρά­σω». Κι αὐ­τό μό­λις ἄ­κου­σε τό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου πε­τάχ­τη­κε στό γκρε­μό, ἐνῶ εἶ­χε μέ­γε­θος δι­πλά­σι­ο ἑ­νός ἀν­θρώ­που. Ἀλ­λά ὁ ἀ­δελ­φός δέν φο­βή­θη­κε τό Θε­ό, τόν Ὁ­ποῖ­ον τρό­μα­ξε τό θηρί­ο, ἀλ­λά, ἀ­φοῦ πῆ­ρε με­γά­λες πέ­τρες, πε­τρο­βο­λοῦ­σε τό θη­ρί­ο. Κι αὐ­τό, ἀ­φοῦ θύ­μω­σε πο­λύ, ἀ­νέ­βη­κε γρή­γο­ρα ἀ­πό ἄλ­λο μέ­ρος, πρό­λα­βε τόν ἀ­δελ­φό καί, ἀ­φοῦ τοῦ ἔ­δω­σε δυ­ό–τρί­α χτυ­πή­μα­τα, ἔ­φυ­γε ἀφήνοντάς τον πλη­γω­μέ­νο χω­ρίς ὅ­μως κα­θό­λου νά τόν ἀγ­γί­ξει μέ τό στό­μα του. Ἀ­φοῦ τόν βρή­κα­με ἐμεῖς, τόν με­τα­φέ­ρα­με στό νο­σο­κο­μεῖ­ο καί σὲ λί­γες μέ­ρες ἔ­γι­νε κα­λά ὁ ἀ­δελ­φός.

Ὅ­σο γι­ά τά φί­δι­α ὅ­τι εἶ­ναι φο­βε­ρά καί θα­να­τη­φό­ρα σ᾽αὐ­τή τήν πε­ρι­ο­χή, γνω­ρί­ζω κά­ποι­ον κη­που­ρό πού σκό­τω­σε ἕ­να φί­δι στόν κῆ­πο καί τό κρέ­μα­σε στό φρά­κτη καί ἐ­νῶ ἔ­μει­νε δυ­ό ἑ­βδο­μά­δες κρε­μα­σμέ­νο, οὔ­τε θη­ρί­ο, οὔ­τε ὄρ­νε­ο θέ­λη­σε νά τό ἀγγί­ξει, ἐ­κτός ἀ­πό τά μυρ­μήγ­κι­α πού μπῆ­καν ἀ­πό τά μά­τι­α καί τό στό­μα του καί τοῦ κα­τέ­φα­γαν τίς σάρ­κες. Καί πά­λιν ὅ­ταν ξυ­λο­κό­βα­με, σή­κω­σε κά­ποι­ος ἀ­δελ­φός μι­ά πέ­τρα γι­ά νά τή βά­λει στό φορ­τί­ο. Ἦ­ταν ὅ­μως ἕ­να φί­δι κά­τω ἀ­πό τήν πέ­τρα, πού σή­κω­σε τό λαι­μό του νά ἁρ­πά­ξει τόν ἀ­δελ­φό· ὅ­μως δέν τόν πέ­τυ­χε, ἀλ­λά δάγ­κω­σε μι­ά ρί­ζα με­γά­λου δέν­τρου πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σάν νά δάγκωνε τόν ἀ­δελ­φό (γι­α­τί ἦ­ταν τυ­φλό καί κω­φό ἀ­πό τό πο­λύ του δη­λη­τή­ρι­ο) καί ἀ­μέ­σως ξε­ρά­θη­κε τό δέν­τρο σάν νά κά­η­κε ἀ­πό φω­τι­ά. Καί ἐ­νῶ ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­α φί­δι­α καί ἀ­κό­μη φο­βε­ρό­τε­ρα, οὐ­δέ­πο­τε ἀκούστη­κε ὅ­τι δαγ­κώ­θη­κε κα­νείς ἀ­πό φί­δι σ᾽ αὐ­τόν τόν ἅ­γι­ο τό­πο τῆς ἁ­γί­ας Δέ­σποι­νάς μας, τῆς εὐλογημέ­νης Θε­ο­τό­κου, γι­α­τί φυ­λάτ­τει τούς δού­λους της ἀ­πό κά­θε κίνδυ­νο.

Πα­ρα­κα­λοῦ­σε ὁ Γέ­ρον­τας τούς ἑ­κά­στο­τε κελ­λα­ρί­τες νά μήν γί­νε­ται χω­ρίς αὐ­τόν κα­τα­σκευ­ή ἄρ­των, γι­α­τί ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λος ὁ μι­σθός αὐ­τῆς τῆς ἐρ­γα­σί­ας σ᾽ αὐ­τόν τόν ἅ­γι­ο τό­πο· γι­α­τί τά πε­ρισ­σό­τε­ρα ψω­μι­ά ξο­δεύ­ον­ταν στούς ξέ­νους. Πῆ­ρε καί τό δι­α­κό­νη­μα τῶν που­λα­ρι­ῶν, πού ἦ­ταν πρός τό δρό­μο τῆς Ἱε­ρι­χοῦς. Βο­η­θοῦ­σε ἀ­κό­μη καί συ­νερ­γα­ζό­ταν μέ τούς κη­που­ρούς καί σέ κά­θε ἄλ­λο δι­α­κό­νη­μα μέ προθυμί­α· φρόν­τι­ζε δέ νά συμ­με­τέ­χει κα­τά πο­λύ στίς ἐρ­γα­σί­ες τοῦ ξε­νῶ­να, ὄ­χι μό­νο γι­ά τό μι­σθό, ἀλ­λά καί γι­α­τί ἤ­θε­λε νά γί­νει πα­ρά­δειγ­μα προ­θυ­μί­ας στούς ἀ­δελ­φούς. Στό ἀρ­το­ποι­εῖ­ο σύν τοῖς ἄλ­λοις ἔ­και­ε καί τό φοῦρ­νο. Γνω­ρί­ζε­τε πό­σο ἀ­φό­ρη­τη εἶ­ναι ἡ ζέ­στη στό μέ­ρος μας τό κα­λο­καί­ρι· πολ­λές φο­ρές βρήκαμε τά κε­ρι­ά τοῦ κη­ρο­πη­γεί­ου τοῦ να­οῦ λι­ω­μέ­να καί πε­σμέ­να ἀ­πό τήν ὑ­περ­βο­λι­κή πύ­ρω­ση τοῦ ἀέρα. Ὅ­μως ὁ Γέ­ρον­τας μέ­σα σ᾽ αὐ­τόν τόν καύ­σω­να κα­θό­ταν συ­χνά καί πύ­ρω­νε τό φοῦρ­νο καί δύ­ο καί τρεῖς φο­ρές, κα­τά τή δι­άρ­κει­α τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς ἀρ­το­ποι­ΐ­ας, πρᾶγ­μα πού, ἐ­νῶ δο­κί­μα­σαν νά κά­νουν πολ­λοί ἀ­πό τούς ἀ­δελ­φούς, κα­νείς δέν ἄν­τε­ξε χω­ρίς ἀλ­λη­λο­δι­α­δο­χή· γι᾽ αὐ­τό καί ἔ­λε­γαν οἱ ἀ­δελ­φοί· αὐ­τός ὁ Γέρον­τας εἶ­ναι σι­δε­ρέ­νι­ος.

Μι­ά μέ­ρα, λοι­πόν, με­τά τό γεῦ­μα, ὁ κα­θέ­νας ξά­πλω­σε, ὅ­που ἤ­θε­λε, νά ἀ­να­παυ­θεῖ· ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­γει­ρε λί­γο κά­που ἀ­πό­μα­κρα, ὄ­χι γι­ά νά κοι­μη­θεῖ, ἀλ­λά γι­ά νά ἀ­παγ­γεί­λλει ψαλ­μούς. Καί ξαφ­νι­κά πε­τάχ­τη­κε φω­τι­ά ἀ­πό τό πα­ρα­φούρ­νι πού ἦ­ταν ἀ­νοιχ­τό ἀ­πό δαι­μο­νι­κή ἐ­νέρ­γει­α, καί ἅρ­πα­ξαν οἱ θά­μνοι πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ καί ἦ­ταν πά­ρα πολ­λοί καί ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τι­ά μέ­χρι τή σκε­πή. Καί βλέ­πει τήν ἁ­γί­α εὐ­λο­γη­μέ­νη Θε­ο­τό­κο νά στέκε­ται ἀ­νά­με­σα στή στέ­γη καί στή γῆ καί νά σβή­νει τή φω­τι­ά μέ τά ἴ­δι­α της τά χέ­ρι­α. Καί ὁ Γέ­ρον­τας εἶ­δε καί ἐ­θαύ­μα­σε. Ὅ­ταν ση­κώ­θη­καν οἱ ἀ­δελ­φοί δι­η­γή­θη­κε σ᾽ αὐ­τούς τό θαῦ­μα τῆς Θε­ο­τό­κου καί ἐ­θαύ­μα­σαν ὑ­μνο­λο­γῶν­τας την· ὑ­πῆρ­χε δέ ἀ­λη­θι­νή ἀ­πό­δει­ξη τοῦ θαύ­μα­τος οἱ καμ­ένοι θά­μνοι.
 

Πηγή: (Ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου: «Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης»), Ενωμένη Ρωμηοσύνη